Ελκώδης κολίτιδα; Τι μπορώ να κάνω;
Η ελκώδης κολίτιδα ανήκει στα χρόνια φλεγμονώδη νόσήματα του εντέρου (ΙΦΝΕ, Inflammatory Bowel Disease – IBD) που προσβάλλει το παχύ έντερο και συνήθως αρχίζει από το ορθό . Προκαλεί φλεγμονή και μικρά έλκη (πληγές) στο εσωτερικό τοίχωμα του εντέρου. Έχει περιόδους έξαρσης και ύφεσης.
Σε έξαρση μπορεί να εμφανιστούν ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω:
- συχνές κενώσεις (3–10+ τη μέρα)
- διάρροια με αίμα ή βλέννα
- πόνος ή κράμπες στην κοιλιά
- αίσθημα «επείγουσας» ανάγκης για τουαλέτα
- αίσθηση ότι δεν αδειάζει το έντερο
- φούσκωμα / μετεωρισμός
- κόπωση, αδυναμία
- πυρετός
- μειωμένη όρεξη, απώλεια βάρους

Οι πιθανές επιπλοκές μπορεί να σχετίζονται με
- αναιμία, σοβαρή αιμορραγία
- διάταση παχέος εντέρου (toxic megacolon)
- αυξημένος κίνδυνος καρκίνου παχέος εντέρου μετά από πολλά χρόνια νόσου
Η διατροφή δεν θεραπεύει την ελκώδη κολίτιδα και δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη διατροφική φροντίδα αποκλειστικά για τη νόσο. Ο κάθε ασθενής θέλει τη δική του διαχείριση και αντιμετώπιση πάντα σε συνεννόηση με το θεράποντα ιατρό ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα διατροφικά μοτίβα με αντιφλεγμονώδη και θρεπτικά τρόφιμα μπορούν να:
- βελτιώσουν φλεγμονώδεις δείκτες
- υποστηρίξουν την καλή θρέψη
- βοηθήσουν στη συνολική διαχείριση της νόσου
Τα θρεπτικά συστατικά επηρεάζουν τη φλεγμονώδη δραστηριότητα, το μικροβίωμα του εντέρου και τη θρεπτική κατάσταση του ασθενούς, παράγοντες που σχετίζονται με την πορεία της νόσου.
Η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης θεωρείται άκρως σημαντική για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας και την επιδιόρθωση των ιστών, ιδιαίτερα μετά από περιόδους έξαρσης όπου παρατηρείται καταβολισμός. Οι υδατάνθρακες χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη και οι φυτικές ίνες (με μέτρο) όσο και όταν γίνονται ανεκτές σε περίοδο ύφεσης, συμβάλλουν στη διατροφική υποστήριξη και παράγουν βουτυρικό οξύ μέσω ζύμωσης, το οποίο έχει ευεργετική δράση στο επιθήλιο του παχέος εντέρου. Παρ’ όλα αυτά, η ανοχή στις φυτικές ίνες είναι εξατομικευμένη και απαιτεί σταδιακή επανεισαγωγή.
Τα ω-3 λιπαρά οξέα έχουν μελετηθεί για την πιθανή αντιφλεγμονώδη τους δράση. Ορισμένες μελέτες δείχνουν βελτίωση δεικτών φλεγμονής και συμπτωμάτων σε ορισμένους ασθενείς. Αντίθετα, υψηλή πρόσληψη κορεσμένων και υπερεπεξεργασμένων λιπών έχει συσχετιστεί με λιγότερο ευνοϊκές εκβάσεις.
Σημαντικός είναι επίσης ο ρόλος των μικροθρεπτικών συστατικών. Η ανεπάρκεια σιδήρου, φυλλικού οξέος και βιταμίνης Β12 είναι συχνή, ιδίως σε περιόδους που η νόσος είναι ενεργή και σχετίζονται με αναιμία και κόπωση. Η βιταμίνη D έχει μελετηθεί για πιθανή ανοσορρυθμιστική δράση και χαμηλά επίπεδα έχουν συνδεθεί με αυξημένη δραστηριότητα νόσου, ενώ το ασβέστιο είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε ασθενείς που έχουν λάβει κορτικοστεροειδή. Ο ψευδάργυρος και το μαγνήσιο μπορεί επίσης να μειώνονται λόγω διάρροιας και απαιτούν παρακολούθηση.
Τα προβιοτικά και τα πρεβιοτικά έχουν διερευνηθεί ως μέσα τροποποίησης του μικροβιώματος. Σε ορισμένες μελέτες συγκεκριμένα σκευάσματα προβιοτικών έχουν δείξει όφελος στη διατήρηση της ύφεσης, αν και τα αποτελέσματα δεν αποτελούν γενικές οδηγίες για όλα τα στελέχη ή όλους τους ασθενείς και σε ορισμένες περιπτώσεις ειδικά χωρίς καθοδήγηση από το θεράποντα ιατρό μπορεί να έχουν αντίθετα αποτελέσματα.
Τέλος αποτελεί σημαντικό παράγοντα η επάρκεια σε ενέργεια (θερμίδες) με μικρά ελαφριά γεύματα κατά τη διάρκεια της ημέρας.




